aimatologos.eu

Αικατερίνη Β. Κωνσταντίνου

Ο ρόλος των αιμοπεταλίων στην αιμόσταση και στην εν γένει  λειτουργία του οργανισμού – Σχετιζόμενες ασθένειες.

 

Τα αιμοπετάλια ή αλλιώς θρομβοκύτταρα, που κυκλοφορούν στο αίμα των θηλαστικών είναι απύρηνα κύτταρα με μικρή διάμετρο, από 2 έως 3 μικρόμετρα, που προέρχονται από θραύσματα μεγακαρυοκυττάρων. Είναι διάφανα με σχήμα δισκοειδές και η διάρκεια ζωής τους είναι περίπου 5 έως 9 ημέρες. Παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαδικασία της αιμόστασης, καθώς προσκολλώνται μεταξύ τους και συμβάλλουν στην πήξη του αίματος.
αιμοπετάλιαΜε τον όρο αιμόσταση νοείται ο μηχανισμός μέσω του οποίου επιτυγχάνεται η αναστολή της αιμορραγίας και η σωστή κυκλοφορία του αίματος στα αγγεία. Στη διαδικασία αυτή συμμετέχουν τα αιμοπετάλια, το τοίχωμα του αγγείου, οι ανασταλτές της ινωδόλυσης οι παράγοντες πήξης και οι αναστολείς των παραγόντων της πήξης.
Για τον άνθρωπο ο φυσιολογικός αριθμός αιμοπεταλίων στο αίμα ανά χιλιοστό αίματος κυμαίνεται από 150.000 έως 400.000. Σε περίπτωση παρέκκλισης από τα φυσιολογικά όρια δημιουργούνται κίνδυνοι για την υγεία του πάσχοντος. Αν για παράδειγμα ο αριθμός των αιμοπεταλίων στο αίμα είναι μικρός, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος εκδήλωσης αιμορραγικών επεισοδίων, ενώ αν ο αριθμός τους είναι μεγάλος τότε αυξάνεται ο κίνδυνος θρομβώσεων, που μπορούν να επιφέρουν την απόφραξη αγγείων του σώματος, ή ακόμα και εγκεφαλικό επεισόδιο, έμφραγμα ή και πνευμονική εμβολή.
Κάθε παθολογική απόκλιση από το φυσιολογικό αριθμό αιμοπεταλίων ονομάζεται θρομβοκυτταροπάθεια. Σε περίπτωση που η περιεκτικότητα του αίματος σε αιμοπετάλια είναι χαμηλή η ασθένεια ονομάζεται θρομβοκυτταροπενία, ενώ εάν είναι υψηλή ονομάζεται θρομβοκυττάρωση.
H θρομβοκυτταροπενία συνοδεύεται από μώλωπες, αιματώματα, αιμορραγική προδιάθεση. Σε περίπτωση που η απόκλιση από το φυσιολογικό αριθμό αιμοπεταλίων είναι μικρή, τα συμπτώματα δεν είναι εμφανή, ενώ σε περιπτώσεις μεγάλης απόκλισης είναι πιθανή η πρόκληση επικίνδυνων αιμορραγιών στο εσωτερικό των οργάνων, όπως για παράδειγμα η πρόκληση ενός αιμορραγικού εγκεφαλικού επεισοδίου. Η νόσος έχει κληρονομικά αίτια, ή μπορεί να προκαλείται δευτεροπαθώς ως άμεση τοξική αντίδραση σε ορισμένη φάρμακα, στην ιονίζουσα ακτινοβολία κλπ. Η θεραπεία της κατευθύνεται στην ρύθμιση της αιμορραγικής τάσης και την αντιμετώπιση του παθολογικού αιτίου.
Η θρομβοκυττάρωση μπορεί να προκληθεί από μία υποκείμενη κατάσταση, όπως για παράδειγμα μία μόλυνση ή μπορεί να είναι πρωτογενής οφειλόμενη σε μια διαταραχή του μυελού των οστών. Η διάγνωσή της επιτυγχάνεται με αιματολογικές εξετάσεις, όπου αν διαπιστωθεί η νόσος θα πρέπει απαραίτητα να καθοριστεί το είδος της, προκειμένου να αποσοβηθεί ο κίνδυνος μίας θρόμβωσης.
Υπάρχουν περιπτώσεις όπου το πρόβλημα δεν εντοπίζεται σε ποσοτικά χαρακτηριστικά, αλλά στην ποιοτική μειονεξία των αιμοπεταλίων, οπότε τότε μιλάμε για θρομβασθένεια. Η μείωση του αριθμού των αιμοπεταλίων ως διαταραχή σε εξαιρετικές περιπτώσεις (θρομβωτική θρομβοκυτταροπενική πορφύρα ή  θρομβοκυτταροπενία, λόγω χορηγούμενης ηπαρίνης  καταλήγουν στη θρόμβωση αντί την αναμενόμενης αιμορραγίας.
Αναμφίβολα ο ρόλος των αιμοπεταλίων στη διαδικασία της αιμόστασης έχει μεγάλη σημασία, αλλά και πέραν της διαδικασίας αυτής, τα αιμοπετάλια μπορούν να συμβάλλουν ουσιαστικά στην καταπολέμηση ασθενειών και λοιμώξεων του οργανισμού, ενώ βοηθούν και στην επούλωση τραυμάτων. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη έχει διαπιστωθεί ότι τα αιμοπετάλια συνδράμουν στη μετάβαση των βακτηρίων στον σπλήνα και έτσι ο οργανισμός ξυπνά ανοσολογικά προς  την καταπολέμηση των βακτηρίων. Έχει επίσης υποστηριχθεί ότι τα αιμοπετάλια θα μπορούσαν να συνδράμουν σημαντικά ακόμα και σε μεταστατικές μορφές καρκίνου, ή και στη θεραπεία ασθενειών όπως η  σκλήρυνση κατά πλάκας και ο ερυθηματώδης λύκος.
Σε πιο πρόσφατες μελέτες, όπως αυτή του Πανεπιστημίου Laval στον Καναδά, διαπιστώθηκε ότι τα αιμοπετάλια στην περίπτωση αρθρίτιδας ενίσχυσαν τη φλεγμονή, δημιουργώντας διαρροές στα αγγεία των αρθρώσεων. Σε άλλη έρευνα έχει ανακαλυφθεί ότι σε περιπτώσεις ύπαρξης καρκινικών κυττάρων στον οργανισμό, η συνεργασία αιμοπεταλίων με  κακοήθη κύτταρα διευκόλυναν τη μετάσταση.